ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟ BREXIT

 

Το Δημοψήφισμα της Αποχώρησης του Ηνωμένου ΒΑσιλείου από την ΕΕ 

Το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, με το οποίο το 52% περίπου των πολιτών του Ηνωμένου Βασιλείου προτίμησε η χώρα να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, οδήγησε στην παραίτηση του τότε Βρετανού Πρωθυπουργού David Cameron και στις αντικατάσταση του, στις 11 Ιουλίου 2016, από την Τheresa May.

Η νέα Βρετανή Πρωθυπουργός ξεκίνησε την διαδικασία αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, ανακοινώνοντας ότι θα ενεργοποιήσει το Άρθρο 50 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση εντός του 2017, όπως και έκανε – στις 29 Μαρτίου 2017. Εντούτοις, προκήρυξε σχεδόν αμέσως κοινοβουλευτικές εκλογές, που πραγματοποιήθηκαν στις 8 Ιουνίου 2017. Λόγω αυτού, οι διαπραγματεύσεις για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ εγκαινιάστηκαν στις 19 Ιουνίου 2017.

Διαπραγματεύσεις Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ (2017-2019) 

 Τον Μάιο του 2017, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο άρθρου 50 διόρισε τον Michel Barnier ως επικεφαλής διαπραγματευτή και ενέκρινε τις πρώτες Διαπραγματευτικές Οδηγίες (την διαπραγματευτική θέση της ΕΕ), που θα ακολουθούσε η διαπραγματευτική ομάδα της ΕΕ κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων.

Στόχος των Διαπραγματευτικών Οδηγιών ήταν οι διαπραγματεύσεις να διεξαχθούν σε δύο φάσεις: σε πρώτη φάση να συμφωνηθούν οι όροι του διαζυγίου, δηλαδή μία Συμφωνία Αποχώρησης και σε δεύτερη φάση, μετά την έξοδο, να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις για την μελλοντική σχέση των δύο πλευρών.

Από πλευράς της, η βρετανική κυβέρνηση υπό την Theresa May προτιμούσε παράλληλη διαπραγμάτευση τόσο των όρων του διαζυγίου όσο και των όρων της μελλοντικής σχέσης Ηνωμένου Βασιλείου-ΕΕ.

Στόχοι της Βρετανικής πλευράς ειδικά για την μελλοντική σχέση ήταν η κατάργηση της συμμετοχής του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ενιαία Αγορά, ο τερματισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων, η διακοπή της δικαιοδοσίας του ΔΕΕ και η συνομολόγηση μιας νέας εμπορικής συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών με την ΕΕ.

Επικράτησε η διαπραγματευτική τακτική της ΕΕ και στο πλαίσιο αυτό, συγκροτήθηκαν ομάδες διαπραγμάτευσης για τρία θέματα:

  • τα δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ που ζουν στη Βρετανία και αντίστροφα
  • οι εκκρεμείς οικονομικές υποχρεώσεις της Βρετανίας στην ΕΕ μέχρι το τέλος του τρέχοντος προϋπολογισμού της Ένωσης (2014-2020) και
  • τα σύνορα μεταξύ Βόρειας Ιρλανδίας και Δημοκρατίας της Ιρλανδίας.

Τον Δεκέμβριο του 2017, επιτεύχθηκε μερική συμφωνία μεταξύ των δύο μερών, που εξασφάλισε ότι: δεν θα υπάρχουν σκληρά σύνορα στην Ιρλανδία, θα προστατεύονται πλήρως τα δικαιώματα των πολιτών του Ηνωμένου Βασιλείου στα κράτη-μέλη της ΕΕ και των πολιτών της ΕΕ στο Ηνωμένο Βασίλειο και ο οικονομικός διακανονισμός θα ανέρχεται σε 35-39 δισεκατομμύρια ευρώ.

Μετά από αυτή τη μερική συμφωνία, οι ηγέτες της ΕΕ συμφώνησαν να προχωρήσουν σε προκαταρκτική συζήτηση για τις μελλοντικές σχέσεις, την μεταβατική περίοδο και την πιθανή εμπορική συμφωνία.

Τον Μάρτιο του 2018, συμφωνήθηκαν οι όροι μιας μεταβατικής περιόδου 21 μηνών και το μόνο θέμα που έμεινε σε εκκρεμότητα ήταν τα ιρλανδικά σύνορα.
Σχέδιο συμφωνίας αποχώρησης

Στις 13 Νοεμβρίου 2018, οι διαπραγματευτές του Ηνωμένου Βασιλείου και της ΕΕ συμφώνησαν το κείμενο ενός σχεδίου συμφωνίας αποχώρησης και την επόμενη ημέρα η Βρετανή Πρωθυπουργός εξασφάλισε την υποστήριξη του υπουργικού της συμβουλίου.

Στις 25 Νοεμβρίου 2018, οι 27 ηγέτες των υπολοίπων χωρών της ΕΕ υποστήριξαν επίσης την συμφωνία.

Η κύρωση της Συμφωνίας όμως από το κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου αποδείχθηκε δύσκολη.

Αλλαγή Πρωθυπουργού στο Ηνωμένο Βασίλειο και νέες διαπραγματεύσεις

Στις 24 Ιουλίου 2019 ο κ. Boris Johnson ανέλαβε το πρωθυπουργικό αξίωμα στο Ηνωμένο Βασίλειο και ζήτησε από την ΕΕ επαναδιαπραγμάτευση της Συμφωνίας Αποχώρησης και συγκεκριμένα της δικλείδας ασφαλείας «backstop» που προβλεπόταν στο Πρωτόκολλο για την Ιρλανδία. Το backstop ρύθμιζε το συνοριακό καθεστώς μεταξύ Δημοκρατίας της Ιρλανδίας (ΕΕ) και Β. Ιρλανδίας (Ηνωμένο Βασίλειο), με τρόπο ώστε να μην παραβιάζονται οι προβλέψεις της Συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής (Good Friday Agreement) και να μην χρειασθεί ανέγερση συνοριακών υποδομών και συνοριακών, τελωνειακών και άλλων, ελέγχων (σκληρό σύνορο) μεταξύ Ιρλανδίας και Β. Ιρλανδίας μετά το Brexit.

Συγκεκριμένα προέβλεπε ότι, σε περίπτωση που η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν καταφέρουν να συνάψουν εμπορική συμφωνία μέχρι το τέλος της προβλεπόμενης μεταβατικής περιόδου (31.12.2020, με δυνατότητα παράτασης για ένα ή δύο ακόμη έτη) το Ηνωμένο Βασίλειο θα παρέμενε σε τελωνειακή ένωση με την ΕΕ και ταυτόχρονα η Β. Ιρλανδία θα συνεχίζε να ακολουθεί το μεγαλύτερο μέρος του κανονιστικού και ρυθμιστικού πλαισίου της Ενιαίας Αγοράς. Η διευθέτηση αυτή, παρόλο που ήταν προσωρινή (θα συνέχιζε να ισχύει μέχρις ότου αντικαθίστατο από την μελλοντική εμπορική συμφωνία Ηνωμένου Βασιλείου-ΕΕ), δεν είχε ημερομηνία λήξης.

Αντιθέτως, το αναθεωρημένο Πρωτόκολλο για την Ιρλανδία προβλέπει μόνιμη διευθέτηση του θέματος, που θα ξεκινήσει να ισχύει στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, ως εξής:

– το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα παραμείνει σε τελωνειακή ένωση με την ΕΕ

– η Β. Ιρλανδία θα είναι στο ίδιο τελωνειακό καθεστώς με το υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο και, ταυτόχρονα, θα ευθυγραμμιστεί και με το μεγαλύτερο μέρος του κανονιστικού και ρυθμιστικού πλαισίου της Ενιαίας Αγοράς για τα αγαθά (αγρο-διατροφικά και βιομηχανικά προϊόντα), ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι τελωνειακοί, υγειονομικοί, φυτοϋγειονομικοί και κτηνιατρικοί έλεγχοι στα σύνορα Β. Ιρλανδίας – ΕΕ

– το καθεστώς της Β. Ιρλανδίας θα αναθεωρείται ανά τετραετία, ξεκινώντας από το 2024, από την αποκεντρωμένη διοίκηση της Β. Ιρλανδίας, που θα αποφασίζει για την συνέχιση του και

– η μελλοντική εμπορική σχέση Ηνωμένου Βασιλείου – ΕΕ θα περιοριστεί σε Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών (ΣΕΣ ΕΕ-ΗΒ).

Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο συμφώνησαν σε αναθεώρηση της Συμφωνίας Αποχώρησης, του Πρωτοκόλλου για την Ιρλανδία και της Κοινής Πολιτικής Διακήρυξης για τις μελλοντικές σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου – ΕΕ. 

Η αναθεωρημένη Συμφωνία Αποχώρησης που περιλαμβάνει το αναθεωρημένο Πρωτόκολλο για την Ιρλανδία κυρώθηκε από το Βρετανικό κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και τέθηκε σε ισχύ στις 31 Ιανουαρίου 2020.

Η αναθεωρημένη Κοινή Πολιτική Διακήρυξη για τις μελλοντικές σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ επίσης εγκρίθηκε από το Βρετανικό κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.